Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Καπνός: Αυτός ο αδιάφορος (?)


Παίρνω αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις από ένα καπνουδάκι που άνοιξα την Τρίτη το βράδι, τον Scotney της HU.


Δεν κάνω review. Δεν αξιολογώ. Απλά μερικές σκέψεις. Υποκειμενικές καθαρά και χωρίς διάθεση ξερολισμού (ή συγκαλυμμένης ημιμάθειας). Η προτίμηση για τον Α ή τον Β καπνό δεν υπόκειται απλώς και επιφανειακά στα υποκειμενικά κριτήρια εκάστου εξ ημών των καπνιστών, αλλά πολύ περισσότερο σε οποιαδήποτε βιωματική (ή μη) εμπειρική προσέγγιση, εντύπωση ή κάθε άλλου είδους προσλαμβάνουσα που συντέλεσε στη διαμόρφωση αυτών των κριτηρίων. Περί ορέξεως, που λένε…

 Αλλά τι συνέβη με τον Scotney?

Άνοιξα το tin Τρίτη βράδι, κατά την τυπική μου τακτική να αερίζω τα καπνά πριν ριχτούν στην πυρά των μπώλ μου. Πήρα μια μυρωδιά….πορτοκάλια και λεμόνια, κάπου στο βάθος εκείνη η παλιά μυρωδιά της βιρτζίνιας από το χωριό, μια υποψία από αυγοτάραχο (!)… με λίγα λόγια, εκείνες οι όμορφες μυρωδιές που προϊδεάζουν για μια όμορφη καπνιστική εμπειρία και παραπέμπουν σε καθολικά αγαπητούς και καθιερωμένους καπνούς σαν τον Orlik Golden Sliced ή τον αγαπημένο Reiner Gold (και λίγο από Rattrays Hal Othe Wynd), ενισχύοντας με ευτυχείς συνειρμούς την προσμονή. Καμιά υποψία της αποφράδας και βδελυρής «σάλτσας», οι πρόσθετοι δηλαδή κουβάδες της τόσο τυπικής και αγαπημένης στους γερμανικής κατασκευής και νοοτροπίας καπνούς προπυλαινογλυκαινόλης (ή πως την λένε τη ριμάδα) που σου κάνει το λαιμό γυαλόχαρτο και τη γλώσσα Μπόμπ Σφουγγαράκη σε αποσύνθεση.

Καλός καπνός ακούγεται, θα πείτε, ε? Για ν’ ανοίξω λοιπόν μια (μεγάλη και κατά πάσα πιθανότητα αχρείαστη) παρένθεση, θέτοντας ένα, εκ πρώτης, απλό ερώτημα: υπάρχει καλός καπνός?
Απαντώ: όχι, δεν υπάρχει. Και ο λόγος είναι πολύ απλός.

Αντίθετα με ό,τι ισχύει στις άλλες μορφές καπνίσματος, στο κάπνισμα πίπας ο καπνός και η πίπα συνιστούν αδιαχώριστη ενότητα. Η αξιολόγηση ενός καπνού ως «καλός» ή «κακός», «ενδιαφέρων» ή «αδιάφορος» πρέπει να γίνεται πάντοτε μέσα από μια πίπα. Γιατί πολύ απλά η πίπα είναι το μόνο μέσο με το οποίο και δια του οποίου μπορεί κανείς να αποφανθεί θετικά ή αρνητικά για έναν καπνό. Δεν μπορούμε να δοκιμάσουμε τον καπνό χωρίς την πίπα, δεν μπορούμε να τον φάμε για να πούμε είναι καλός ή όχι. Και φυσικά, δεν φτάνει μόνο να τον μυρίσουμε. Ας το πω λίγο διαφορετικά, έχοντας επίγνωση ότι μπορεί να περαστώ για ηλίθιος: ο καπνός αποκτά υπόσταση μόνο μέσω της πίπας. Δεν μπορεί να αυτονομηθεί, δεν μπορεί να υπάρξει ξεχωριστά απ’ αυτήν. Υπάρχει ως αντικείμενο, αλλά δεν φτάνει στο τέλος του, στο σκοπό δηλαδή για τον οποίον έχει φτιαχτεί (το αντίθετο ισχύει για την πίπα, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση).

Αυτονόητα ως εδώ, θα μου πείτε με το δίκιο σας. Όμως, υπάρχει, ξέρετε, ένα επιχείρημα που υποστηρίζει ότι σημασία έχει να είναι ο καπνός καλός, όχι η πίπα. Πείτε με δογματικό, πείτε με απόλυτο, κάτι τέτοιο όμως πολύ απλά δεν ισχύει, για λόγους που ελπίζω να μοιραστώ με όσους είναι αρκετά ευγενικοί (ή ψυχοπαθείς) να ξανα-διαβάσουν όσα (θα) έχω να γράψω.

Η απόφαση, λοιπόν, αν ένας καπνός είναι ή δεν είναι καλός –πέρα από τα όποια υποκειμενικά κριτήρια που έχει θέσει ο καθένας μας για την αξιολόγηση των καπνών- περνά μέσα από την πίπα. Ο Scotney δεν είχε διαφορετική τύχη. Και έχω να πω πως είναι καλός καπνός, νόστιμος, σε σημεία απολαυστικός. Όποιος αρέσκεται στα Virginia και αποφασίσει να δοκιμάσει δεν πρόκειται να χάσει ούτε ένα σέντ από τα 12 και κάτι ευρώ του. Το ζήτημα όμως που θέλω να θίξω δεν είναι αυτό. Το ζήτημα είναι ότι (και) ο Scotney είναι άλλος ένας απρόσωπος καπνός.

Για να εξηγήσω τι εννοώ με τον όρο απρόσωπος καπνός θα μου επιτρέψετε να θυμίσω εν τάχει δυο γεγονότα που οι λάτρεις της πίπας βιώσαμε από πρώτο χέρι επηρεάζοντας αποφασιστικά το υπόλοιπο το καπνιστικού μας βίου. Το πρώτο (και κατά τη γνώμη μου το πιο σημαντικό) είναι ότι «έκλεισε» η αγορά της Αγγλίας. Το δεύτερο, είναι το λουκέτο της McClelland (σε συνδυασμό με την «πόρτα» που φάγαμε από την πέρα του Ατλαντικού αγορά). Αμφότερα μας άφησαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στα χέρια των γότθων και των βίκινγκς και μόνο όποιος έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο (εξαιρουμένων των καπνών SG που βρίσκονται και αλλού) ή στις Ηνωμένες Αποικίες του μπορεί να πάρει το κάτι τις διαφορετικό και εξωτικό-σε σχέση με τις ευρωπαϊκές καπνιστικές παραστάσεις.

Από τη Γοτθία λοιπόν έχουμε 2-3 εταιρίες. Οι βίκινγκς έχουν να παρουσιάσουν εν πολλοίς ένα (αλλά κραταιό) Ντράκαρ, που πρόσφατα έπιασε λιμάνι λίγο νοτιότερα και αποτελείωσε ό,τι δεν αποτελείωσαν οι Άγγλοι, εξολοθρεύοντας με τους πέλεκες του μάρκετινγκ σχεδόν τα μισά καπνά της Peterson. Ο Samuel Gawith παίζει μόνος του στην Αγγλία γιατί ο ξάδερφος Gawith Hoggarth στέλνει όπου θέλει (όχι πάντως στους Γότθους) και ο Germain με τους φίλτατους Υιούς του όποτε θυμούνται χαίρονται.

-Δεν υπάρχουν καλά γοτθικά καπνά? θα ρωτήσετε. Ασφαλώς και υπάρχουν!
-Οι πάλαι ποτέ τρομεροί κι αιμοσταγείς βάρβαροι βίκινγκς δεν κάνουν το ίδιο? θα συμπληρώσετε. Βεβαίως!

Πόσοι όμως απ’ όλους αυτούς τους καπνούς έχουν προσωπικότητα? Ή, ας το διατυπώσω άλλως πως: πόσους καπνούς, σαν τον Scotney καλή ώρα, μπορεί να βρει κανείς στην αγορά σήμερα?

Να απαντήσω πρόχειρα: σίγουρα διψήφιο αριθμό. Ανέφερα παραπάνω τον Orlik GS και τον χρυσό Reiner. Να προσθέσω και τον Solani Virginia Blend? Να βάλω και McBaren Virginia Flake? Να ρίξω και λίγο απ’τον παραμελημένο (ειν’η αλήθεια) Holger Danske Royal Navy Flake. Λίγο η ρεπλίκα του Dunhill Flake απ’τον McConnell (που δεν έχω δοκιμάσει ακόμα), βάλε και κάτι τις από Rattrays και ολίγη Vauen No14 και βουαλά, βγάλαμε πεντάδα και αναπληρωματικούς (χωρίς να συνυπολογίζω ένα κάρο καπνά που δεν έχω δοκιμάσει ή που δεν ξέρω) ίδιους ή παρόμοιους με τον Scotney (φυσικά το ίδιο ισχύει και για άλλα καπνά: δείτε για παράδειγμα τα κάμποσα roll που κυκλοφοράνε στις διαδικτυακές βιτρίνες σήμερα ή τους παντοδαπούς κλώνους θρυλικών καπνών του παρελθόντος).

Αλλά είναι απρόσωπα. Ας το επαναλάβω: ο Scotney, και κάθε Scotney που κυκλοφορεί εκεί έξω, δεν είναι απαραιτήτως άγευστος ή μονότονος καπνός, ούτε πλήρως αδιάφορος (κάτι που υπάρχει ωστόσο σε μεγάλο βαθμό σε άλλους καπνούς). Απλώς δεν έχει προσωπικότητα, κάτι που θα εξηγήσω παρακάτω, αφού πρώτα προλάβω τη διαμαρτυρία σας:

-Ε, τι στην ευχή γκρινιάζεις τότε, αφού μόνος σου λες ότι έχουμε ένα σωρό καπνούς σήμερα? θα διαμαρτυρηθείτε με το δίκιο σας. Το εύλογο αυτό ερώτημα αποκτά περισσότερη ισχύ ιδιαίτερα από τη στιγμή που πιστεύω βαθιά και ειλικρινά (και εύχομαι να αντέξετε να το αναπτύξω κάποια άλλη φορά) ότι ζούμε στη χρυσή εποχή του καπνίσματος πίπας. Υπάρχουν αρκετά επιχειρήματα γι’ αυτό (είπαμε, άλλη φορά).

Γιατί λοιπόν πρέπει (ή πιστεύω ότι πρέπει) να έχει ένας καπνός προσωπικότητα?

Γιατί δεν χαίρομαι που έχω την πολυτέλεια να διαλέξω ανάμεσα σε αρκετές δεκάδες καλούδια?

Γιατί γκρινιάζω?

Και στην τελική, γιατί κάθομαι και γεμίζω το κεφάλι μου (και το κεφάλι σας) με σκέψεις που δεν έχουν στην τελική και πολύ νόημα?

Νομίζω ότι μέσα σε μια πληθώρα επιλογών που ικανοποιεί κάθε πορτοφόλι και ποικίλα γούστα, υπάρχουν πολλοί που δεν νοιάζονται για την προσωπικότητα του καπνού, παρά μόνο για το πόσο εύκολα και οικονομικά (κατά τα μέτρα εκάστου) είναι προσβάσιμος ο καπνός. Φυσικά, υπάρχει πάντα το (πολύ σοβαρό μεταξύ μας) ενδεχόμενο να γεροπαραξένεψα και, σε συνδυασμό μ’αυτούς τους φρενοπαθείς ρυθμούς που διάλεξα να ακολουθήσω, ενδέχεται κάπου να έχασα το νόημα του καπνίσματος πίπας, να καπνίζω κάποτε μηχανικά, κάποτε βιαστικά, κάποτε χωρίς να συγκεντρώνομαι προσπαθώντας να παρακολουθήσω τις γευστικές εναλλαγές και τα επίπεδα που αποκτά ο τάδε καπνός στο τάδε μπώλ.
Αλλά να που υπάρχουν στιγμές διαύγειας. Πραγματικές στιγμές χαλάρωσης που όντως συγκεντρώνομαι και παρακολουθώ τι εκτυλίσσεται με τον καπνό μου. Και εκεί απογοητεύομαι, επειδή πολλές φορές αρκετοί (όχι όλοι!) καπνοί μου φαίνονται ίδιοι, ή πανομοιότυποι. Και μου φαίνεται πως βλέπω το ίδιο έργο με άλλους ηθοποιούς, χωρίς να υπάρχει κάποια διαφορετική σκηνοθετική άποψη που θα απογειώσει (ή θα χαντακώσει) το ξετύλιγμα της πλοκής. Διότι, ας είμαστε ειλικρινείς: τα βασικά συστατικά ενός καπνού είναι δεδομένα, είτε πρόκειται για burley, είτε για λατακια, είτε για ό,τι άλλο. Το ζήτημα είναι η μίξη, αυτή η σκηνοθετική άποψη που θα παντρέψει τα ίδια συστατικά που βρίσκουμε και αλλού σε κάτι καινούργιο.

Φταίνε οι blenders το λοιπόν?

Εν μέρει ναι, εν μέρει όχι. Για το ναι, θα τα πούμε άλλη φορά (πολλές υποσχέσεις δίνω….). Το όχι συνδέεται με ένα απλό (και για κάποιους ίσως αναμενόμενο) δεδομένο: τις πρώτες ύλες. Ένας από τους λόγους που η McClelland έκλεισε ήταν το γεγονός ότι δεν μπορούσε να βρει τα καπνά που ήθελε να βρει, καθώς πολλοί καλλιεργητές στις ΗΠΑ απλά σταμάτησαν να τα παράγουν για ένα σωρό λόγους (που δεν είναι και της ώρας). Το ίδιο ξέρουμε για τη Συριακή λατακία και είδαμε πριν λίγους μήνες να σταματά η παραγωγή του HH vintage Syrian. Οι αλλαγές λοιπόν έχουν επιπτώσεις στα υλικά που ο γότθος ή ο βίκινγκ blender έχει στη διάθεσή του. Και μ’αυτά θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορέσει –και η αλήθεια είναι πως πράγματι κάνει, με αποτέλεσμα να υπάρχει (ευτυχώς) μια τακτική εισροή νέων καπνών στην αγορά.

Το «πρόβλημα» που εντοπίζω όμως είναι πως όλος αυτός ο καλός χαμός των καπνών μου φαίνεται ότι ρέπει προς έναν καταναλωτισμό. Δεν είναι το γεγονός ότι ο Α ή ο Β blender δεν προσπαθεί και δεν κάνει ό,τι είναι δυνατό να αποκτήσει και να διατηρήσει αυτό το (περιορισμένο) καπνιστικό κοινό, που με τη σειρά του θα τον ταΐσει. Το «πρόβλημα» της απροσωπικότητας έγκειται στο ότι δυσκολεύομαι σήμερα να ταυτιστώ με έναν καπνό. Πιο παλιά δηλαδή μπορούσα να ταυτιστώ με τον Tudor της Castle McClelland. Λάτρεψα τον Bobs Chocolate Flake και έπεσα στα πατώματα όταν σταμάτησε η παραγωγή του Warrior Plug. Και αν οι παραπάνω είχαν ορισμένες ιδιαιτερότητες, ας αναφέρω απλούστατα τους Mick McQuaid που έπαψαν να κυκλοφορούν, καπνά του Germain που τα κυνηγάμε με την καραμπίνα, ο παλιός καλός St. Bruno flake, ακόμα και το matured Virginia της McBaren ή τα Dunhill, τα Flake medallions κλπ κλπ… - ο καθένας μας έχει μια παρόμοια ιστορία «ερωτικής απογοήτευσης».

Δεν προσπαθώ, ξέρετε, να εξετάσω το κατά πόσο η παγκοσμιοποίηση έπαιξε ρόλο στην υποβάθμιση ή την «κονσερβοποίηση» κάποιων καπνών. Ούτε θα ασχοληθώ με την ποιότητα των καπνών που παράγονται σήμερα (ή απέμειναν να παράγονται). Αμφότερα είναι θέματα που αγνοώ πλήρως. Εκείνο που μ’ενοχλεί περισσότερο είναι ότι, καθώς πιστεύω, λείπει το μεράκι. Και είναι αυτή η εντύπωση που με κάνει να πιστεύω ότι τα πράγματα στον κόσμο του καπνού πίπας τουλάχιστον τείνουν (αν δεν πηγαίνουν ήδη) προς έναν καταναλωτισμό. Πάρτε ως απλό παράδειγμα το κενό που άφησε η Dunhill: παρά το ότι υπήρχαν (και υπάρχουν ακόμα) match blends που εμφανίστηκαν όταν εξαφανίστηκαν τα καπνά της Dunhill το 2008, με τη νέα εξαφάνιση ξεπήδησαν τρεις μνηστήρες να διεκδικούν την πιστότερη αντιγραφή!! K&K, Charatan & Wellauer, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι, εκεί που χάσαμε 18 (αν δεν κάνω λάθος) τίτλους της Dunhill, ξαφνικά βρεθήκαμε με 18 (McConnell) + 10 (Charatan) + 5 (ή περισσότερα, δεν γνωρίζω από τη Wellauer, δηλαδή τη γερμανική Planta) =33!!!! Για να μην θυμηθούμε τα Peterson που έχασε η K&K και τα τσόνταρε στη σειρά της Rattrays, βγάζοντας 3 flakes + κάμποσα αρωματικά.

Γιατί πιστεύω λοιπόν ότι λείπει το μεράκι? Γιατί με καπνούς σαν τον Warrior plug, ας πούμε (για να μην πω McClelland) ή τον παλιό καλό St. Bruno (ή και τα Irish Flake & 3P της Peterson) μπορούσα να ταυτιστώ καπνιστικά. Μπορούσα κάθε φορά να ανακαλύπτω κάτι διαφορετικό, να με παίρνουν και να με φέρνουν όπου αυτοί ήθελαν, να αποκαλύπτουν ό,τι τους άρεσε, αναλόγως του εργαλείου που τους υποδεχόταν. Το βασικότερο (νομίζω): μπορούσα να τους θυμάμαι, ακριβώς επειδή είχαν προσωπικότητα. Και έχω την εντύπωση πως ο καθένας –αν άντεξε να φτάσει μέχρι δω κάτω την ανάγνωσή του- θα έχει παρόμοιες αναμνήσεις. Το τελευταίο μου κάστρο που έπεσε πριν λίγο καιρό ήταν ο Royal Yacht. Σήμερα πια, δυσκολεύομαι. Πέρα από έναν Bold Kentucky και το Aged Burley Flake της Solani, που από μόνοι τους είναι ιδιαίτεροι λόγω της σύστασής τους, το μόνο φως που βλέπω και κατά κει οδεύω έρχεται από την Αγγλία και ακούει στο όνομα Samuel Gawith, με τα εξίσου ιδιαίτερα 1792 & Navy flake. Μπορείτε άπαντες να μου προτείνετε διακόσια διαφορετικά καπνά από 29 διαφορετικούς κατασκευαστές. Αλλά ιδού το point μας: μαζί με την πρόταση θα χρειαστεί και να με πείσετε να παίξω.

Γιατί πιστεύω ότι λείπει το μεράκι και τι ακριβώς σημαίνει «να παίξω»? Γιατί δυσκολεύομαι να συγκλονιστώ. Κάθε φορά που δοκιμάζω κάτι καινούργιο χαίρομαι αφάνταστα και ανυπομονώ να ξεκινήσω την ανακάλυψη. Χαίρομαι να ξεκινήσω να παίζω αυτό το παιχνίδι της εξερεύνησης και της ανακάλυψης, του συνταιριάσματος, του απρόσμενου και του αναμενόμενου. Το θέμα βλέπετε (τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι και όπως πορεύομαι σ’αυτό το χόμπι) δεν είναι να αναπτύξει κανείς τις γευσιγνωστικές του ικανότητες ή να αποκρυπτογραφήσει ως την εσχάτη των λεπτομερειών έναν πολύπλοκο γευστικά καπνό. Το θέμα είναι η προσωπικότητα ενός καπνού (που δεν είναι απαραίτητο να είναι πληθωρική και πολυεπίπεδη!) να σε τσιγκλίσει, να σε βάλει στην πρίζα και ν’αρχίσεις να ψάχνεις και να ψάχνεσαι δοκιμάζοντας διαφορετικά μπώλ, διαφορετικό τρόπο γεμίσματος, διαφορετικό ρυθμό καπνίσματος, διαφορετικά επίπεδα υγρασίας ή ό,τι άλλο. Να σε κάνει να θέλεις να πας σπίτι και να καπνίσεις τον καπνό, όχι να τον καπνίσεις επειδή απλά καπνίζεις. Να σε κάνει να πιστέψεις ότι υπάρχει κάτι περισσότερο και να σε βάλει σε μια νοητική διεργασία να το ανακαλύψεις με τα εργαλεία (τις πίπες δηλαδή) που διαθέτεις. Να σου δώσει μια υπόσχεση, έστω ψευδή, προσμονής. Κι όταν στην κάποια πίπα ανακαλύψεις κάτι άλλο (που ίσως στην πραγματικότητα να μην υπάρχει καν!), να χαρείς, έστω κι αν ήταν μια σύμπτωση της στιγμής, ένα παιχνίδι του νου ή του ρεικιού και της δεδομένης ψυχοσυναισθηματικής σου κατάστασης. Και όλη αυτή η διαδικασία, πολύ απλά, ασυναίσθητα συχνά αλλά δυναμικά, σε πάει παρακάτω και αρχίζεις και θέτεις ερωτήματα, κάνεις παρατηρήσεις, συγκρίσεις, διαπιστώσεις, κοιτάς εξονυχιστικά και ξεκινάς δειλά να σκαλίζεις ό,τι πληροφορία κρέμεται διάσπαρτη στον ιστό δεξιά κι αριστερά.

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τίποτε από καπνά. Ούτε κι από πίπες. Είμαι απλώς ένας καπνιστής που του αρέσει να καπνίζει πίπα γιατί, πολύ απλά, νιώθω καλά. Και είμαι ευγνώμων που σ’αυτήν την ευτυχή (κατά τη γνώμη μου) στιγμή για το κάπνισμα πίπας έχω τη δυνατότητα να μπορώ να δρέπω όλα αυτά τα όμορφα και γευστικά καλούδια. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι, αργά ή γρήγορα, θα βρεθεί εκείνος ο καπνός (ή οι καπνοί!) που θα με κάνει να μην μελαγχολώ για τα περασμένα –δεν είναι άλλωστε διόλου υγιές να ζει κανείς στο παρελθόν, όποιου τύπου κι αν είναι αυτό. Επιστρέφοντας στον Scotney, με τον οποίο αρχίσαμε, επαναλαμβάνω ότι είναι ένας ωραιότατος καπνός που, με τον δικό του τρόπο και τις δικές του δυνάμεις συμβάλλει σ’αυτό που ο ποιητής μας θυμίζει: ότι δεν αξίζει τόσο η Ιθάκη όσο το ταξίδι (δηλαδή οι δοκιμές και οι πειραματισμοί με καπνά και πίπες). Δεν χαλάει κανέναν όμως, αν τα καπνιστικά τοπία που θα δει κανείς κατά το ταξίδι του είναι λίγο περισσότερο ενδιαφέροντα.   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου