Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Περί υλικών.

Όταν πρόκειται για διαλογή μιας καπνοσύριγγας, υπάρχουν αρκετές επιλογές ανάλογα με την τσεπη, το γούστο και την λειτουργικότητα. Πέρα λοιπόν από την εξωτερική εμφάνιση, το βάρος, το φιλτρο ή οποιαδήποτε άλλη δαιμονική ιδιαιτερότητα σέρνει επι ασπαλάθων την ψυχή του καθένος μας, βασικό κριτήριο κατά την άποψή μου είναι η μηχανική και η πρώτη ύλη. Μιας και η μηχανική είνα μία βίβλος από μόνη της, θα περιοριστούμε στο δεύτερο.


Πηλός


Ο πηλός ήταν το πρώτο υλικό που χρησιμοποιήθηκε από κατασκευαστές, για προφανής λόγους. Σήμερα οι πίπες πηλού εξακολουθούν να προσφέρουν μία καθαρή καπνιστική εμπειρία και συχνά είναι φθηνότερες κι από ένα καλό καπνό. Το βασικό μειονέκτημά τους είναι ότι είναι εύθραστες. Σπάνε εύκολα, οπότε δεν μεταχειρίζονται όσο άνετα σε σχέση με μια ξύλινη πίπα. Το καθάρισμα ή το ξύσιμο του εσωτερικού της μετά από ένα κάπνισμα, πρέπει να γίνει προσεκτικά ακόμα και μετά που θα κρυώσει. Επίσης δεν πρόκειται για πίπα που μπορεί να καπνιστεί ή να μεταφερθεί οπουδήποτε εύκολα κατά βούληση. Συνίσταται για χρήση σε εσωτερικό χώρο, όχι πολύ μακριά από τη θήκη φύλαξής τους, ενώ το κάπνισμά τους γίνεται πιο ευχάριστο αν αποφεύγεται η επαφή δακτύλων με το μπολ καθώς η θερμοκρασία που αναπτύσσεται φτάνει σχεδόν τη θερμοκρασία της καύτρας, ειδικά αν πρόκειται για λεπτά τοιχώματα.

Για κάποια πλειοψηφία ανθρώπων, οι πίπες πηλού θεωρείται ότι ανήκουν στο παρελθόν - για κάποιους άλλους είναι πιστοί σύμμαχοι κατά την δοκιμή ενός νέου καπνού, αφού δεν υπάρχει εναπόθεση αρωμάτων από προγενέστερο κάπνισμα. Έτσι προσφέρεται μία καθαρή εντύπωση/γεύση του μείγματος που δοκιμάζεται κάθε φορά, ανεπηρέαστη από οποιοδήποτε ''στοιχειό'' του παρελθόντος (ghosting). Για αυτό και μόνο το λόγο, συνίσταται να υπάρχουν στο σπίτι του κάθε καπνιστή, και να παραμένουν εκεί. Εν κατακλείδι ο πηλός δεν είναι υλικό παντός καιρού και τόπου, ενώ γενικά θεωρείται ότι οι περισσότερες πίπες πηλού που κατασκευάζονται σήμερα χρησιμοποιούνται για την αντικατάσταση μιας σπασμένης πίπας. 

Σηπιόλιθος (Turkish meerschaum)


Μετά τον πηλό, ο σηπιόλιθος (ένυδρο πυριτικό μαγνήσιο) έκανε την εμφάνισή του στους πάγκους των κατασκευαστών και στα χέρια των καπνιστών. Το meerschaum είναι η γερμανική λέξη για τον αφρό θαλάσσης, ένα ορυκτό που βρίσκεται σε μικρά επιφανειακά αποθέματα, ιδίως στην γύρω περιοχή της πόλης του Εσκί Σεχίρ της Τουρκίας και στην Ελλάδα. Επίσης εξορύσσεται σε μικρότερο βαθμό στις ΗΠΑ καθώς και σε διάφορες τοποθεσίες σε Αφρική και Ευρώπη. Σαν υλικό εκτιμάται ιδιαίτερα αφού μπορεί να σκαλιστεί σε λεπτά διακοσμητικά σχήματα. Χρησιμοποιείται ήδη από τον 17ο αιώνα ενώ μαζί με τον πηλό, αντιπροσώπευαν τα συνιθέστερα υλικά για την κατασκευή πιπών πριν την εισαγωγή της βατομουριάς και της ερείκης κατά τον 19ο αιώνα. Το φυσικό του χρώμα είναι το λευκό ενώ είναι εξαιρετικά ελαφρύ και ιδιαίτερα πορώδες υλικό, που απορροφά κυρίως μόρια υγρασίας και καπνού. Έτσι κατά το κάπνισμα το χρώμα του μεταβάλλεται βαθμηδόν σε καφέ - χρυσό. Οι παλαιές, πολυχρησιμοποιημένες πίπες σηπιόλιθου, εκτιμώνται από κάποιους συλλέκτες για το ξεχωριστό χρώμα τους.

Κατά την επιλογή μίας πίπας από σηπιόλιθο συστήνεται να βεβαιωνόμαστε ότι η πρώτη ύλη είναι πράγματι από συμπαγές κομμάτι σηπιόλιθου, κι όχι από σκόνη υλικού που συλλέχθηκε μετά το σκάλισμα, όπου ανακατεμμένο με συνθετικά πολυμερή, ρητίνες ή γενικά διάφορα συνδετικά υλικά, συμπιέσθηκε σε σχήμα πίπας. Αυτά τα προιόντα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό απορρόφησης υγρασίας, δεν χρωματίζονται  το ίδιο αποδοτικά ενώ είναι πιο εύθραστα σε σχέση με ένα συμπαγές μπλόκ σηπιόλιθου. Πρόκειται για φθηνότερες πίπες, αλλά από κάθε άποψη πολύ κατώτερες σε σχέση με συμπαγές υλικό. 

Καλαμπόκι (Corn cob - Missouri meerschaum)


Μέχρι πριν έναν αιώνα περίπου, η εξέλιξη και η προώθηση της καπνοσύριγγας ήταν ευρωπαικό εγχείρημα. Όλο αυτό άλλαξε με τον ερχομό της πίπας καλαμποκιού. Ιθαγενείς αμερικάνοι καλλιεργούσαν καλαμπόκι, έχοντας μάθει να εκμεταλλεύονται πλήρως τον καρπό έως και το κοπάκι. Συνήθως η ιδέα της αξιοποίησης του καλαμποκιού για την κατασκευή μίας πίπας αποδίδεται σε αυτούς, ενώ αργότερα η ιδέα υιοθετήθηκε από αποικίες αμερικανών αγροτών, όμως η μαζική αξιοποίηση του καλαμποκιού προς παραγωγή των γωστών corn cob ξεκίνησε από έναν ευρωπαίο, με έδρα το Missouri της Washington.

Η εταιρεία Missouri Meerschaum ιδρύθυκε από τον Henry Tibbe, έναν γερμανικής καταγωγής μετανάστη, αμέσως μετά την άφιξή του στην Αμερική το 1867. Αναγκάστηκε να εγκαταλήψει το σπίτι του στην Ολλανδία λόγω μίας πυρκαγιάς που κατέστρεψε ολοκληρωτικά την πόλη όπου κατοικούσε, μαζί με το αξιόλογο εργοστάσιο κατασκευής επίπλων που κατείχε και διηύθυνε. Η μετανάστευσή του στην Αμερική τον βρήκε να προσπαθεί να ξαναστήσει την επιχείρηση που είχε χάσει στην Ολλανδία. Θρύλοι και ιστορίες λένε πως όταν ένας ντόπιος αγρότης ζήτησε στον Tibbe να κατασκευάσει ένα σύνολο απο corn cob στον τόρνο του, το αποτέλεσμα είχε τέτοια επιτυχία που σύντομα κατέληξε να κατασκευάζει πιο πολλές πίπες παρά έπιπλα.  Μαζί με τον γιο του Anton ιδρύουν μία εταιρεία, ενώ και μέχρι το 1907 είχαν τέτοια επιτυχία στην προσπάθειά τους, που εξαγόρασαν αρκετούς επενδυτές καταλήγοντας έτσι στην γνωστή επιχείρηση με το όνομα Missouri Meerschaum. Αλλά γιατί "Meerschaum"; Εκείνες τις μέρες ο Tibbe πατεντάρισε τη διαδικασία επάλειψης πυελικού γύψου (θειικό ασβέστιο, ή διεθνώς plaster of Paris) σε μία corn cob. Μία μέρα, καθώς ο Henry βρισκόταν στην γραμμή παραγωγής, είδε έναν υπάλληλο που κατά λάθος αναποδογύρισε ένα κιβώτιο με corn cobs μέσα σε μείγμα πυελικού γύψου, και σκέφτηκε ότι μοιάζουν με μικρά τούρκικα μπολ meerscaum. Γνώριζε πολύ καλά τις ιδιότητες που έχει ο σηπιόλιθος από την εποχή του στην Ολλανδία, καθώς οι πίπες meerschaum καπνίζουν σχετικά δροσερά χωρίς να νοθεύουν με πρόσθετες μυρωδιές τον καπνό, κάτι που σε αυτό τον τομέα μπορεί να ανταγωνιστεί ο πηλός. Πιστεύοντας το ίδιο για τις πίπες καλαμποκιού του και σκεπτόμενος ότι το Τούρκικο meerschaum είναι ορυκτό, τότε γιατί το meerschaum του Missouri να μην είναι καλαμπόκι; Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Μία πίπα καλαμποκιού είναι κατασκευασμένη - όπως υποδεικνύει και η ονομασία - από καλαμπόκι, οπότε το πρώτο βήμα είναι η καλλιέργεια και η συγκομιδή του. Περί το 1860, οποιαδήποτε ποιλικία καλαμποκιού επαρκούσε για την κατασκευή, αλλά χρόνια υβριδοποίησης και πειραματισμού οδήγησαν σε μία τροποποιημένη ποικιλία παραγωγής μικρότερων καλαμποκιών. Έτσι, κατά την δεκαετία του 1960 φάνηκε στο προσκήνιο ένα νέο υβρίδιο ειδικά σχεδιασμένο και καλλιεργήσιμο για πίπες καλαμποκιού, στο οποίο δόθηκε η ονομασία καλαμπόκι πίπας. Η εταιρεία Missouri Meerschaum καλλιεργεί μέχρι και σήμερα καλαμπόκι για καπνοσυρίγγια, σε μία φάρμα έκτασης 150 εκταρίων (περίπου 600 στρέμματα) που βρίσκεται στα κανάλια του ποταμού Missouri, γη φημησμένη για τα εξαιρετικά καλαμπόκια της. Η διαδικασία παραγωγής εξακολουθεί να είναι όπως και πριν: μετά την συγκομιδή, τα καλαμπόκια αποθηκεύονται μέχρι που ο σπόρος τους να μπορεί να αφαιρεθεί με ένα μηχάνημα αποφλοίωσης, και στη συνέχεια ωριμάζουν για δύο χρόνια μέχρι να σκληρύνουν και να αποξηραθούν. Όταν είναι έτοιμα κόβονται σε μήκη πιπών ανάλογα με το μέγεθός τους και το είδος της πίπας για την οποία προορίζονται. Έπειτα δημιουργείται ο θάλαμος καύσης για τον καπνό και τα καλαμπόκια στέλνονται στα διάφορα μέρη της μονάδας παραγωγής για τη διαμόρφωση του τελικού σχήματος, επάληψης πυελικού γύψου, τοποθέτηση επιστομίου κλπ.

Πάνω από τα μισά corn cob που κατασκευάζει σήμερα η missouri meerschaum διαμορφώνονται σε χειρότορνο, ενώ τα υπόλοιπα σε ειδικά αυτοματοποιημένα μηχανήματα που πατενταρίστηκαν ειδικά για αυτό το σκοπό το 1949. Μετά την διαμόρφωση, τα cobs επικαλλύπτονται με πυελικό γύψο και αφήνονται να στεγνώσουν, ενώ κατόπιν αφαιρείται σε ειδικό τμήμα της μονάδας παραγωγής. Αυτή η διαδικασία συχνα επαναλαμβάνεται και δεύτερη φορά, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η κάθε πίπα έχει ομοιόμορφα επικαλυφθεί. Πριν τοποθετηθούν μόνιμα τα ξύλινα στελέχη, οι πίπες επικαλύπτονται με μία λεπτή στρώση από ειδικό προστατευτικό βερνίκι, ενώ τα στελέχη βάφονται διακριτικά με μελάνι προκειμένου να απομιμούνται τα νερά του καλαμποκιού. Έπειτα ένας μεταλικός δακτύλιος τοποθετείται στην άκρη του στελέχους προκειμένου να αποφευγχθεί οποιαδήποτε ρήξη σε αυτό, ενώ τοποθετείται και το ακρυλικό ή πλαστικό επιστόμιο. Τέλος, εξασφαλίζεται η ένωση του στελέχους με το μπολ, οπότε οι πίπες είναι έτοιμες για κάπνισμα.

Αν και υπάρχει μία μικρή μειοψηφία σκεπτικιστών περί την χρήση των cobs, το βέβαιο είναι ότι τα καλαμπόκια αποτελούν για κάποιους αναπόσπαστο κομμάτι της κυκλικής τους χρήσης (το λεγόμενο rotation), με αρκετούς διάσημους κατασκευαστές που τις καπνίζουν συχνά - ανάμεσά τους κι ο Tom Eltang. Βεβαίως υπάρχουν κι αρκετοί καπνιστές αφοσιωμένοι σε μεγαλύτερο βαθμό στα corn cobs. Οι νέοι καπνιστές που εισάγονται στον χώρο της καπνοσύριγγας, ενθαρρύνονται να αποκτήσουν μία corn cob σαν την πρώτη τους πίπα: όχι απλά επειδή είναι πολύ πιο οικονομικά διαθέσιμη σε σχέση με μία παραδοσιακή καπνοσύριγγα ερείκης, αλλά επίσης είναι αρκετά πιο εύκολα διαχειρίσιμη για έναν αρχάριο - γενικά δεν απαιτείται ο ίδιος βαθμός προσοχής κατά την καθαριότητα και συντήρησή της. Επίσης η ζημία είναι μικρή σε περίπτωση που ο επίδοξος καπνιστής διαπιστώσει ότι το σπορ, δεν έχει βγει τόσο γόνιμο όσο αναμενόταν. Άλλο να χάσεις 15 ευρώ κι άλλο να χάσεις μία της τάξης των 80 ευρώ και πάνω, πόσο μάλλον μίας χειροποίητης. Εν κατακλείδι, αν και κατά κοινή ομολογία τα corn cobs είναι αναλώσιμα, πολλοί καπνιστές ισχυρίζονται ότι για την σχέση ποιότητας τιμής που διατίθονται στην παγκόσμια αγορά, καπνίζουν εξίσου καλά με τις πίπες ερείκης. 

Το ξύλο των βάλτων. (Morta - Abonos) 


Το ξύλο των βάλτων (bogwood), γνωστό και ως abonos ή morta κυρίως στον κύκλο των καπνιστών πίπας, είναι ένα υλικό που έχει σχηματιστεί από δέντρα που έχουν θαφτεί σε βαλτώδεις περιοχές, έχοντας διατηρηθεί από την αποσύνθεση, μέσα στις όξινες και αναερόβιες συνθήκες που επικρατούν εκεί, μερικές φορές για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Το ξύλο συνήθως αποκτά σκούρο καφέ χρώμα λόγω των τανίνων που βρίσκονται διαλυμένες στο όξινο νερό. Στην μόρτα αναπαριστώνται τα πρώιμα στάδια απολίθωσης του ξύλου, με ενδιάμεσα στάδια τελικού σχηματισμού μαύρου κεχριμπαριού, λιγνίτη και άνθρακα, σε μία περίοδο που μπορεί να κρατήσει χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια. Η μόρτα μπορεί να προέρχεται από διάφορες συστάδες χλωρίδας που φύονται και αναπτύσσονται φυσιολογικά σε βάλτους και έλη, όπως η δρυς (Quercus - "βαλτώδη δρυς"), πεύκο (Pinus), ίταμος, τάξος ή ραγοφόρος (Taxus), κυπαρίσσι βάλτου (Taxodium) και τέλος το είδος kauri ή Agathis. Το Agathis είναι μια συνομοταξία από 22 είδη αειθαλών κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας Araucariaceae, που ευδοκιμούσαν ιδιαίτερα κατά την Ιουρασική και Κρητιδική περίοδο, ενώ τώρα βρίσκονται κυρίως περιορισμένα στο νότιο ημισφαίριο, σωζόμενα σε προστατευμένη περιοχή της Μαλαισίας. H μόρτα συνήθως συλλέγεται από διάφορα πεδία και τοποθετείται ανά στοίβες σε διαφορα σημεία στο έδαφος. Είναι ένα σπάνιο είδος ξυλείας και θεωρείται συγκρίσιμο με τα πιο ακριβά τροπικά φυλλοβόλα ειδη του κόσμου.

Διαδικασία σχηματισμού.


Όπως είπαμε η μόρτα δημιουργείται από κορμούς δέντρων που έχουν πέσει στο έδαφος, σε βαλτώδη σημεία και έλη, καθώς και σε περιοχές που μετατραπεί σε βάλτους, όπως πυθμένες λιμνών και ποταμών. Μέσα από μια μεγάλη χρονική περίοδο απολίθωσης κι έλλειψης οξυγόνου, το ξύλο σταδιακά απολιθώνεται και μετατρέπεται σε μόρτα.

Το βάθος και η ροή του νερού παίζουν μεγάλο ρόλο κατά τον σχηματισμό της μόρτας. Τα υδάτινα ρεύματα μεταφέρουν ορυκτά και σίδηρο, όπου μαζί με τις ταννίνες το χρώμα του ξύλου μετατρέπεται από καφέ - χρυσαφί σε διάφορες σκούρες αποχρώσεις. Αυτή η μακραίωνη διαδικασία, που συχνά ονομάζεται ωρίμανση, εκτός από την αλλαγή στο χρώμα του ξύλου αυξάνει και την σκληρότητά του, σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να επεξεργαστεί αποδοτικά μόνο με εργαλεία ηλεκτρικής ισχύος.

Ενώ ο απαραίτητος χρόνος για την μετατροπή της δρυός σε abonos γενικά ποικίλει, η διαδικασία της ωρίμανσης συνήθως διαρκεί χιλιετίες. Για οικολογικούς και γεωλογικούς λόγους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί κορμός με τον ίδιο βαθμό απόχρωσης.


Περιοχές ανασκαφής.


Περιοχές με υψηλής ποιότητας μόρτα θεωρούνται σπάνιες. Στα μέρη που αναμένεται να βρεθεί, είναι δυσκολο να φερθεί στην επιφάνεια, ενώ η πρόσβαση στους πυθμένες των βάλτων, ποταμών και λιμνών, είναι γενικά δύσκολη. Για αυτό τον λόγο γίνονται εντατικές προετοιμασίες γύρω από την υποψήφια περιοχή, ενώ συνήθως επιστρατεύονται επαγγελματίες δύτες για την ασφαλή εξόρυξή της. Η μόρτα βρίσκεται σε συνθήκες που επικρατεί απόλυτο σκοτάδι, ενώ η εξαγωγή της σηματοδοτεί  την πρώτη της έκθεση στο φως μετά από αιώνες ενταφιασμού. 

Σε Αγγλία και Ιρλανδία, οι τρεις βασικοί τύποι μόρτας που μπορούν να βρεθούν είναι από ίταμο, δρυς και πεύκο. Αποθέματα αυτού του αρχαίου ξύλου βρίσκονται επίση σε Ουκρανία και Ρωσία, όπου σε αυτές τις βόρειες περιοχές το κλίμα ευνοεί την ανάπτυξη της δρυός.

Στην Κροατία, η μόρτα συνήθως εντοπίζεται στην κοιλάδα του ποταμού Σάβος ( ή Σάβα) και τους παραπόταμούς του. Η ηλικία της μόρτας που υπάρχει προς τους ποταμούς της Κροατίας, έχει ένα εύρος από αρκετές εκατοντάδες χρόνια στους νότιους ποταμούς της, έως και το αρχαιότερο κομμάτι που έχει ανακτηθεί μέχρι στιγμής στον ποταμό Κράπινα, χρονογημένο στα 8290 έτη.

Στη Σερβία, η μόρτα χρονολογείται πάνω από 8000 έτη ενώ εντοπίζεται στις κοιλάδες των ποταμών Δούναβη και Σάβος, καθώς και στους παραπόταμούς τους, κατά κύριο λόγο στην αυτόνομη επαρχία της Βοιβοντίνα.

Η αποθήκευση της μόρτας για την περαιτέρω επεξεργασία της, είναι ένα πολύ λεπτεπίλεπτο θέμα. Οι κορμοί που έχουν εξαγχθεί επιτυχώς από τις βαλτώδεις περιοχές, πρέπει να τυλιχθούν από αδιάβροχο υλικό και να αποξηραγχθούν σχολαστικά, προκειμένου να αποφευγθεί η σκέβρωση. Η διαδικασία της αποξήρανσης είναι επίσης πολύπλοκη, ενώ παρά την εντατική φροντίδα, η περισσότερη πρώτη ύλη δεν κρίνεται κατάλληλη για περαιτέρω επεξεργασία. Για αυτό τον λόγο, η τιμή της υψηλής ποιότητας μόρτα, είναι επίσης αρκετά υψηλή.


Αισθητική. 


Το ξύλο των βάλτων έχει χαρακτηριστική φυσική χρωστική και διάφορες αποχρώσεις σκούρων χρωμάτων, καθώς είναι φανεροί κι οι δακτύλιοι ηλικίας του δέντρου. Η καλοδιατηρημένη μόρτα δεν έχει επηρεαστεί από καιρικές συνθήκες ή μικροοργανισμούς, παράγοντες που εν δυνάμει θα μπορούσαν να βλάψουν το θρέμμα τόσο σε αντοχή όσο και σε εφμφάνιση. Σε ημιαποξηραμένη κατάσταση έχει ένα χρυσό χάλκινο χρώμα, ή και κάποια απόχρωση από άλλο παρόμοιο χρώμα, και είναι εξαιρετικά σκληρό υλικό. Άλλα είδη μόρτας είναι τελείως μαύρα, ενώ όμως παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία νερών, χαρακτηριστικών ενός "ζωντανού" ξύλου. Αυτές οι σκούρες αποχρώσεις είναι ειδικό χαρακτηριστικό του abonos ως κατασκευαστικό υλικό, είτε πρόκειται για την πρωτογενή μεταχείρησή του για διάφορες ανάγκες, όπως την επίστρωση επιφανειών κι επίπλων για διακόσμηση κλπ, είτε για την δευτερογενή μεταχείρησή του για την κατασκευή μικρότερων αντικειμένων καθημερινής χρήσης, όπως σκακιέρες, καπνοσυρίγγια, μουσικά όργανα και διάφορα άλλα.


Χρήσεις.


Η μόρτα παραμένοντας ανεπηρέαστη από συνθήκες αποσύνθεσης για χιλιάδες χρόνια, χρησιμοποιείται στην δενδροχρονολόγηση προσφέροντας πληροφορίες γεωλογικής και βιοφυσικής σημασίας, όπου χρονικά τοποθετούνται αρκετά προγενέστερα σε σχέση με την περίοδο ευδοκιμίας του δέντρου. Επίσης, ξύλινα τεχνουργήματα, ξεχασμένα ή και θαμμένα σε έλη και βάλτους, διατηρούνται μέχρι και σήμερα αφού έχουν μετατραπεί σε μόρτα, προσφέροντας πληροφορίες αρχαιολογικού και πολιτισμικού ενδιαφέροντος. 

Η μόρτα σήμερα χρησιμοποιείται στην κατασκευή των ενώσεων κατά την κατασκευή επίπλων (μόρσο στην ορολογία των τεχνητών και παλιών μαραγκών) ή και την ξυλογλυπτική. Συνήθως στην πρωτογενή της μορφή έχει αισθητικά ενδιαφέρον σχήμα (παρόμοιο με αυτό των ξεβρασμένων κομματιών ξύλου που βρίσκονται σε παραλίες ή όχθες ποταμών και λιμνών) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διακοσμητικό στοιχείο. Κατά την διαδικασία αποξήρανσής της, η μόρτα μπορεί να παρουσιάσει ρωγμές ή ακόμα και να σπάσει, χωρίς να υπονομεύονται οι αισθητικές της  ιδιότητες, περιορίζοντας όμως σημαντικά το εύρος χρήσης της. Λόγω του φυσικού χρωματισμού της, θεωρείται παραδοσιακά προμητέο είδος ξυλείας για την κατασκευή στιλέτων και μικρών μαχαιριών (sgian - dubh) στα Highlands της Σκωτίας.

Μία ακόμα χρήση της μόρτας, είναι η τοποθέτηση μικρών κομματιών της στο εσωτερικό ενυδρείων ως διακόσμηση, προσφέροντας επιπλέον καταφύγιο στα μικρότερα ψάρια που φιλοξενούνται εκεί, καθώς και μια επιφάνεια ανάπτυξης κατάλληλης χλωρίδας όπως η Java fern. Επιπλέον, λόγω της διαρροής οργανικών ενώσεων και ταννίνων, το νερό αποκτά μία καφέ-κίτρινη απόχρωση.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, η μόρτα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή σκαλιστών διακοσμητικών ειδών όπως κοσμήματα και διάφορα μικροαντικείμενα, ενώ σε ορισμένα σημεία του κόσμου χρησιμοποιείται ακόμα για την δημιουργία μοναδικών τεχνουργημάτων. Πολύτιμο υλικό κατά την δυναστεία των Τυδώρ για το σκούρο της χρώμα, η μόρτα δρυός χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του θρόνου του Μέγα Πέτρου καθώς και κατά την κατασκευή βενετσιάνικων παλατιών, καθώς και για την σουίτα υπνοδωματίου του Λουδιβίκου ΙΔ'.

Βέβαια, μία ακόμα χρήση της μόρτα, είναι η κατασκευή κανποσυριγγίων. Θεωρείται ιδανικό υλικό λόγω της μεγάλης περιεκτικότητάς του σε μεταλλικά στοιχεία, γύρω στο 12%, γεγονός που καθιστά τη μόρτα εξαιρετκά ανθεκτική στα έντονα θερμικά φορτία. Δεδομένου ότι υπόγεια ρεύματα του υδροφόρου ορίζοντα αφαιρούν σταδιακά κάθε ίχνη από τανίνες, ρητίνες και παρόμοια συστατικά με τα οποία είναι αρχικά εμβαπτισμένο το ξύλο πριν γίνει μόρτα, οι πίπες που κατασκευάζονται από αυτό το αρχαίο ξύλο προσφέρουν ουδέτερη επίγευση κατά το κάπνισμα. Λόγω των προκλήσεων που παρουσιάζονται κατά την εξόρυξη κι επεξεργασία της, σήμερα υπάρχει ένας σχετικά μικρός αριθμός κατασκευαστών που κατασκευάζουν πίπες από μόρτα.

Εν κατακλείδι, η τεχνουργική χρήση της μόρτα χρονολογείται επίσημα (αν εξαιρέσει κανείς διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα) από την μεσαιωνική εποχή, για την κατασκευή διάφορων διακοσμητικών αντικειμένων και ειδών καθημερινής χρήσης. Σήμερα, με τις σύγχρονες κι ελεγχόμενες τεχνικές αποξήρανσης, η μόρτα μπορεί να διατηρηθεί σε μεγάλες πλάκες, κατάλληλες για την επικάλυψη δαπέδων, κατασκευή επίπλων, θυρών, κουφωμάτων και πλαισίων, καθώς και την δημιουργία γλυπτών.

Ερείκι (Briar - Erica arborea)


Η κορωνίδα των υλικών για την κατασκευή καπνοσυριγγίων, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται περί το 1850. Θεωρείται ότι οι πρώτες καπνοσύριγγες είχαν κατασκευαστεί στη δασώδη περιοχή της οροσειράς Ιούρα στην Γαλλία, όπου οι ντόπιοι κάτοικοι ήταν γνωστοί πάνω από μία χιλιετία για τις αξεπέραστες ξυλογλυπτικές και ξυλοτορνευτικές τους ικανότητες. Οι ξυλογλύπτες του Saint Claude, παρήγαγαν μία μεγάλη ποικιλία από ξύλινα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων και των καπνοσυριγγίων. Περί τις αρχές του 18ου αιώνα, οι ξύλινες πίπες κατασκευάζονταν στη γύρω περιοχή από οξιά, σφένδαμο (κελεμπέκι) και σουρβιά. Αυτά τα είδη ξύλων δεν παρουσιάζουν μεγάλη αντίσταση στην έντονη θερμότητα που αναπτύσσεται σε μία αναμμένη πίπα. Για αυτό τον λόγο ξεκίνησαν οι πειραματισμοί με διάφορους τύπους ξυλείας. Δοκιμάστηκε το πυξάρι καθώς και η ρίζα πυξαριού. Επίσης οι ξυλογλύπτες λάμβαναν ξυλεία από διάφορα μέρη, όπως την Κορσική όπου ευδοκιμούσε το είδος Erica Arborea. Αυτή είναι μία ποικιλία ερείκης που αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο είδος κόμπου ή βολβού ανάμεσα στον κορμό και την ρίζα του - το λεγόμενο burl - που παρουσιάζει ιδανικές ιδιότητες για την κατασκευή καπνοσυριγγίων. Η γέννηση της καπνοσύριγγας ερείκης ήταν άμεση επιτυχία, ενώ η βιομηχανική παραγωγή εκτινάχτηκε στα ύψη - όχι μόνο στην Κορσική και τη Γαλλία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Συνήθως η ονομασία ερείκη (briar) αποδίδεται στην ρίζα της ποικιλίας Erica arborea. Αλλά όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, αφού το αξιοποιήσιμο μέρος για την κατασκευή καπνοσυριγγίων, είναι ο βοβλβός που βρίσκεται αναπτύσσεται ανάμεσα στην ρίζα και τον κυρίως κορμό του δέντρου. Το ρείκι ευδοκιμεί σε άνυδρα, πετρώδη κι άγονα εδάφη δασωμένων λόφων, ή και άλλες ανάλογες περιοχές με φτωχές συνθήκες ανάπτυξης. Ολά αυτά θέτουν τον βολβό του θάμνου σε μία βασανιστική δοκιμασία: να παλέψει για να απορροφήσει το λίγο νερό που υπάρχει στο έδαφος ή να πεθάνει. Εξαιτίας αυτής της προσπάθειας αναπτύσσεται πολύ αργά, δημιουργώντας στο εσωτερικό του πυκνές συστάδες από τριχοειδή αγγεία, προκειμένου να απορροφήσει και να συγκρατήσει όσο πιο αποδοτικά τη λιγοστή υγρασία που υπάρχει. Αυτά τα τριχοειδή αγγεία είναι ότι παρατηρούμε ως ίνες ή νερά (grain), σε μία ολοκληρωμένη καπνοσύριγγα. Έτσι ο βολβός δρα ως αντλία και δεξαμενή υγρασίας, καθώς και θρεπτικών ουσιών για το δέντρο κατά τις ξηρές περιόδους. Χρειάζεται μία περίοδος 15 ετών περίπου, προκειμένου ο βολβός να μεγαλώσει και να ωριμάσει αρκετά για να είναι έτοιμος για χρήση. Παρ' όλα αυτά, τα καλύτερα καπνοσυρίγγια κατασκευάζονται από πολύ μεγαλύτερης ηλικία ρείκια. Κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ήταν σύνηθες να κατασκευάζονται πίπες από ρείκια ηλικίας μέχρι 250 ετών - ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται κάποιος μύθος. Παρ' όλα αυτά, κάποιοι επιφανής κατασκευαστές, όπως ο Lars Ivarsson, αποκλείουν αυτό τον ισχυρισμό αφού εξ' ορισμού πρόκειται για αυτό ακριβώς: έναν μύθο. Τουλάχιστον ο ίδιος του το αποκλείει θεωρώντας ότι δεν είναι κάποιο απαιτητκό κριτήριο για τους κατασκευαστές. Οποιδήποτε ρείκι αρκετά πυκνό και ξηρό, θεωρείται καλής ποιότητας, έχοντας το ζήτημα της ηλικίας σε δεύτερη προτεραιότητα.

Η αποδοχή και η δημοτικότητα του καπνίσματος πίπας, καθιστά την χρήση ώριμων και ηλικιωμένων θρεμάτων ερείκης σπάνια, αφού η παγκόσμια αγορά είναι αρκετά μεγάλη για να ικανοποιήσει το παραπάνω κριτήριο. Όμως, ανεξάρτητα από την προσπάθεια που καταβάλλεται, θεωρείται ότι χρειάζεται ένα διάστημα τουλάχιστον 50 ετών πριν τη συγκομιδή και αξιοποίηση της ερείκης. Σε αυτό το εύρος ηλικίας, επηρεάζεται όχι μόνο το μέγεθος του βολβού, αλλά η πυκνότητα και η ανάπτυξη των νερών, καθώς και η διαφορά ανάμεσα σε μία μέσης τιμής πίπας και μία εξαιρετικά ακριβής. Ολα αυτά δεν παύουν να βασίζονται σε εμπειρικές υποθέσεις, κι όχι σε αντικειμενικά κριτήρια. Στην ουσία, ίσως δεν υπάρχει κάποιος εμπειρογνώμονας - κόφτης ή guru επί του θέματος, που μπορεί με απόλυτη ''διάγνωση'' να κρίνει αν ένα θρέμα θα δώσει καλής η πολύ καλής ποιότητας ερείκη. Αν και οι παράμετροι που εξετάζουν κάτι τέτοιο είναι θεωρητικά η ποιότητα του εδάφους, η υγρασία του, χώρα προέλυσης, γονίδια κλπ, είναι σχεδόν αδύνατο να προβλέψει κανείς την συνολική εικόνα, με τον ίδιο τρόπο που είναι πρακτικά αδύνατο να προβλεφθεί η συμπεριφορά κι χαρακτήρας ενός ανθρώπου, όσο καλή ανατροφή κι αν αποκτήσει από τα γεννοφάσκια του.

Συγκομιδή.


Το ρείκι σήμερα δεν καλλιεργείται, λόγω της μεγάλης περιόδου που απαιτείται για την ανάπτυξή του. Μόνο μία μειοψηφία ανθρώπων έχει τη θέληση να καλλιεργήσει μία φουρνιά, που όμως δεν θα προλάβει να φτάσει την απαραίτητη ηλικία ωρίμανσης και συγκομιδής της, ώστε να προλάβει να δει τον κόπο της. Με άλλα λόγα, αν καποιος νέος επίδοξος κατασκευαστής ή προμηθευτής επιχειρήσει να καλλιεργήσει ρείκια κατά την ηλικία των 20, θα πρέπει να περιμένει μέχρι τα 70 του μέχρι να λάβει καρπούς. Άρα μιλάμε για πολύ long term investment.. Ευτυχώς το ρείκι ευδοκιμεί στη φύση - αν όχι σε πλήρη αφθονία - τότε σίγουρα σε επαρκή ποσότητα για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς. Οι περιοχές που ευδοκιμεί, είναι κυρίως σε χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο. Φυτρώνει κυρίως σε ξηρές, ζεστές περιοχές, και συνήθως σε φτωχό πετρώδες έδαφος, οπότε αγωνίζεται να συγκρατήσει νερό, άρα η ανάπτυξή του είναι πολύ αργή. Αναπτύσσει μικρά τριχοειδή αγγεία, που το βουθούν να απορροφήσει και να συγκρατήσει την ελάχιστη υγρασία του εδάφους στον βολβό του. Έτσι, όταν καταλήξει να αναπτυχθεί στο κατάλληλο μέγεθος και ηλικία ωρίμανσης, ξεκινά το ταξίδι του από τα καζάνια και τις λεπίδες του κόφτη, περνά στον πάγκο του κατασκευαστεί, και εν καιρώ καταλήγει στα χέρια κάποιου "μικρού παιδιού". Ο βολβός δρα σαν δεξαμενή νερού για το δέντρο της ερείκης - μερικοί το αποκαλούν θάμνο. Μέχρι σήμερα, η μεγαλύτερη συγκομιδή ερείκης προέρχεται από Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία. Παλαιότερα, το ρείκι Κορσικής ήταν περιζήτητο κι ακόμα είναι, αλλά πλεόν δεν υπάρχουν εργοστάσια κοπής εκεί. Πιθανότατα λοιπόν να υπάρχει ακόμα ρείκι, όμως δεν υπάρχει κάποιος για τη συγκομιδή του. Είναι καλύτερο από άλλα ρείκια; Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Ρωτήθηκε ο Lars Ivarsson, ο οποίος εξήγησε:

"Στην Ισλανδία, έχουν ένα ρητό: Ένα καλό άλογο δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο χρώμα. Τα καλά ρείκια μπορούν να βρεθούν οπουδήποτε. Το ίδιο ισχύει και για τα αδύναμα."

Η συγκομιδή της ερείκης, είναι πιο απλή διαδικασία από την συγκομιδή καπνού, όπου πρέπει να γίνει κατά το απόγειο της απόδοσής του. Το ρείκι είναι αρκετά πιο απλό: Βρίσκεις ένα ρείκι αρκετά μεγάλο, και σκάβεις προσεκτικά μέχρι να το βγάλεις. Το μόνο πράγμα για το οποίο μπορείς να είσαι απόλυτα βέβαιος, είναι ότι το ρείκι που βρήκες δεν είναι τέλειο. Τα καλύτερης ποιότητας, είναι αυτά με τα λιγότερα ψεγάδια στο θρέμα τους σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά ποτέ δεν είναι τέλεια.

Όταν ολοκληρώνεται η συγκομιδή, τα ρείκια μεταφέρονται σε εργοστάσια όπου προετοιμάζονται κατάλληλα για την πώλησή τους. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να διατηρούνται βρεγμένα κατά την μεταφορά τους. Όταν φτάσουν στο εργοστάσιο κοπής, τοποθετούνται σε στοίβες και βρέχονται συνεχώς προκειμένου να μην ξεραθούν. Έπειτα κόβονται σε κατάλληλα κομμάτια, που λέγονται εμπουσόν (ebouchon) ή πλατώ (plateaux). Ο πρώτος όρος αναφέρεται σε κομμάτια υλικού, που συνήθως προέρχονται από εσωτερικά στρώμματα του θρέματος, κομμένα σε κατάλληλα σχήματα, ανάλογα το σχήμα της πίπας για την οποία προορίζονται. Το εμπουσόν είναι το "φυγόπονο" μέρος του βολβού, αφού δρα κυρίως σαν δεξαμενή υγρασίας. Ο δεύτερος όρος αναφέρεται σε κομμάτια υλικού που προέρχονται από τα εξωτερικά στρώμματα του θρέμματος, κομμένα κατά τη φορά των ίσιων νερών που τα χαρακτηρίζει, συμπεριλαμβανομένου και του εξωτερικού άγριου στρώματος άθικτου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους κατασκεαστές να εκμεταλλευτούν σχεδιαστικά πλήρως το θρέμα. Το πλατώ είναι το πιο δραστήριο μέρος του βολβού, αφού ο κύριος σκοπός του είναι να απορροφά την υγρασία του εδάφους και να την διοχετεύει στο εμπουσόν. Τα πλατώ είναι μακράν τα ακριβότερα κομμάτια στην αγορά.

Σαν επάγγελμα ακούγεται εύκολο, αλλά πριν παρατήσεις τη δουλειά σου, πρέπει πρώτα να μάθεις να  τα βγάζεις πέρα με τα γλιστερά, βαριά ρείκια, και να εξετάσεις από κοντά το μέγεθος της κοφτερής λεπίδας που τα τεμαχίζει. Ακόμα κι αν επιβιώσεις μετά από αυτό, ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου θα σε κόψει στα δύο αν καταστρέψεις κάποιο ρείκι. Είναι τόσο δύσκολο να προβλεφθεί ο προσανατολισμός των νερών του κόμπου χωρίς να κοπεί, όσο δύσκολο για έναν κατασκευαστή να ταιριάξει ένα πλατώ με το κατάλληλο σχήμα πίπας. Η δουλειά του κόφτη ρεικιών είναι μια τέχνη για θαρραλέους - και καμιά φορά κοντοδάκτυλους - ανθρώπους.

Μετά την κοπή τα κομμάτια βράζονται ή βρέχονται με ζεστό νερό για να αφαιρεθεί το μεγαλύτερο μέρος των χυμών και των ταννίνων του ξύλου. Αυτή η διαδικασία μερικές φορές κρατά έως και 24 ώρες. Έπειτα ταξινομούνται ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητα, και αφήνονται να στεγνώσουν. Τα ρείκια δεν στεγνώνονται πλήρως σε όλα τα εργοστάσια. Κάποια τεμάχια πωλούνται, αφήνοντας το υπόλοιπο της αποξήρανσης στον αγοραστή. Πρέπει να είναι σχετικά στεγνά για την επεξεργασία τους - περίπου 12% υγρασία κατά βάρος θρέμματος. Οι κατασκευαστές γνωρίζουν πότε είναι η ώρα για να λερώσουν τον πάγκο τους, είτε ακούγωντας τον ήχο που κάνουν ρείκια όταν χτυπώνται μεταξύ τους, ή επειδή γνωρίζουν τη θερμοκρασία τους. Επίσης, αρκετοί χρησιμοποιούν την εμπειρία τους, κι αν έχουν κρίνει λάθος, θα το καταλάβουν όταν ξεκινήσουν να δουλεύουν με το ρείκι.

Μετά από όλα αυτά, ίσως κάποιος σκεφτεί ότι είναι δελεαστικό να πετάξει τα ρείκια μέσα στο φούρνο και να τα στεγνώσει σταδιακά σε χαμηλή θερμοκρασία κατά τη διάρκεια μιας μέρας, αλλά αυτή η μέθοδος είναι ριψοκίνδυνη. Αυτή η απότομη διαφορά θερμοκρασίας μπορεί να προκαλέσει ρωγμές στα ρείκια, μετατρέποντάς τα έτσι σε γαμώ τα καυσόξυλα! Έτσι, αν και η μέθοδος του "καμινιού" έχει τους υποστηρικτές του, αλλά ο φυσικός αερισμός είναι ο πιο ασφαλής τρόπος αν δεν θες ξύλα για το χωριό. Επιπλέον, η συνεχής ροή φυσικού αέρα με τεχνητά μέσα θα επιταχύνει την διαδικασία, αλλά σίγουρα θα καταλήξει σε περισσότερα σκασίματα, ενώ η εφαρμογή θερμού αέρα  είναι ότι χειρότερο. Εν ολίγοις, όσο πιο γρήγορα επιταχυνθεί η αποξήρανση, τόσο πιο πολύ οι αυξανόμενες δυνάμεις συστολής θα καταστρέψουν τα ρείκια. Επιπλέον, υπάρχει η πατέντα αποξήρανσης ελαίων που καταχηρώθηκε από τον Alfred Dunhill την 14η Οκτβρίου 1918. Τα κομμάτια μουσκεύονται με διάφορα φυτικά έλαια και τοποθετούνται σε θερμαινόμενους γόμφους,  οι οποίοι βρίσκονται εγκατεστημένοι πάνω σε θερμαινόμενη τουρμπίνα αερίου. Η θερμοκρασία ελέγχεται έτσι ώστε μετά από μια περίοδο αρκετών εβδομάδων, τα έλαια να εξαεριστούν από το κομμάτι με τη μορφή χυμών, απομακρύνοντας ρυτίνες και άλλες βλαβερές ουσίες. Τα έλαια απεκκρίνοται περιοδικά με σκούπισμα των κομματιών πριν δημιουργήσουν μία ξερή επίστρωση. Για τα σημερινά δεδομένα, πρόκειται για σχετικά απαρχαιωμένη μέθοδο αποξήρανσης, αφού πλέον σπάνια χρησιμοποιείται. Οπότε χαλάρωσε, άναψε την πιπούλα σου, και κοίτα να βρεις κάνα καλό καπνό. Η ξήρανση κρατά συνήθως τρία με πέντε χρόνια, ανάλογα με την περιοχή συγκομιδής και την περιεχόμενη υγρασία του ξύλου. Ακόμα και μετά από εντατική φροντίδα και παρακολούθηση θερμοκρασίας, θα υπάρχει κάποια απώλεια. Κάποιες φορές υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης, κάποιες άλλες τα ρείκια καταλήγουν σε προσανάμματα.

Ιδιότητες της ερείκης.


Ποιο είναι όμως το βέλτιστο κομμάτι ερείκης και που μπορεί να βρεθεί; Φυσικά μια τέτοια ερώτηση δεν έχει οριστική κι απόλυτη απάντηση. Αφ' ενός, ένα πολύ πυκνό θρέμα ενδέχεται να κρύβει πολύ όμορφα νερά με εκλπηκτικό τελικό αποτέλεσμα, αφ' ετέρου η εξαιρετικά πυκνή δόμηση μπορεί να χειροτερέψει το κάπνισμα. Μία ερμηνεία, είναι ότι η μεγάλη πυκνότητα ενός υλικού παρουσιάζει καλύτερη θερμική αγωγιμότητα σε σχέση με υλικά μικρότερης πυκνότητας, κάνοντας το κράτημα της πίπας όχι και τόσο άνετο. Επιπλέον, η απορρόφηση του ατμού ως παράγωγο καύσης, γίνεται σε πιο αργό ρυθμό σε σχέση με λιγότερο πυκνό υλικό. H ικανότητα της ερείκης να απορροφά υγρασία είναι ένα αξιέπαινο χαρακτηριστικό του ξύλου, αλλά κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται απλά για ένα θεωρητικό πλεονέκτημα, ή απλά υπερεκτιμημένο.

Κόβωντας ένα βολβό ερείκης στη μέση, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει την διάταξη των νερών του. Το μοτίβο και η εμφάνισή τους, μπορούν να δώσουν πολλές πληροφορίες για τις συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύχθηκε το δέντρο. Παρ' όλα αυτά, το κεντρικό μέρος του βολβού (ebouchon) φαίνεται να μην παρουσιάζει κανένα μοτίβο. Η αλήθεια είναι πως τα νερά σε αυτή την περιοχή είναι τόσο πυκνά, που δεν ξεχωρίζονται δια γυμνού οφθαλμού. Εδώ είναι η περιοχή που αποθηκεύεται η υγρασία, κι έχει ένα πορφυρό χρώμα. Έτσι αποκαλείται και ως η "καρδιά" του βολβού ενώ η αντίστοιχη ποσότητα νερού ως "αίμα", λόγω του έντονου πορφυρού χρώματος που αποκτούν οι ταννίνες του μετά το βράσιμο.

Η καρδιά περιβάλλεται από μια περιοχή με ορατά νερά, που συνήθως παρουσιάζουν σταδιακή ανάπτυξη καμπυλωτά προς τα έξω. Ο προσανατολισμός τους εξαρτάται από το μοτίβο ανάπτυξης του βολβού, καθώς και από τον τρόπο κοπής του, ενώ πρόκειται για περιοχή μικρότερης πυκνότητας σε σχέση με την καρδιά. Αν τα νερά μίας πίπας είναι παράλληλες γραμμές κατά μήκος του θαλάμου καύσης της, τότε έχουμε ένα μοτίβο με ίσια νερά (straight grain pipe). Αν ο προσνατολισμός τους είναι εγκάρσιος σε σχέση με το θάλαμο καύσης, τότε έχουμε ένα μοτίβο με διασταυρωμένα νερά (cross grain pipe). Μία διάταξη με ίσια νερά είναι αρκετά σπάνιο να βρεθεί (όπου καλό θα ήταν να μην γίνει κάποια σύγχυση με την διάταξη ''φλόγας'' ή flame gain, όπου πρόκειται για ίσια νερά μεν, αλλά όχι τελελιως παράλληλα), κι αυτός είναι ο λόγος που αυτές οι πίπες είναι και οι πιο ακριβές. Κατά το πέρας των νερών, σε περιοχή που το ρείκι έιναι κάθετα κομμένο σε σχέση με τη διεύθυνσή τους, το οπτικό αποτέλεσμα είναι πανέμορφο. Εκεί, οι συστάδες των στροβιλισμένων, ελικοειδών σπειρών, μοιάζουν με μικροσκοπικά μάτια πουλιών (birds' eyes). Αυτό μπορούμε να πούμε πως είναι το δακτυλικό αποτύπωμα της κάθε πίπας, μοναδικό για κάθε μία.

Αλλά για ποιο λόγο όλη αυτή η φασαρία κι η εμμονή με τα νερά μιας πίπας; Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τα νερά είναι η ίδια η ψυχή της ερείκης. Είναι ο "πνεύμονας" της πίπας, που της επιτρέπει να αναπνέει μέσα από τα τοιχώματά της, ψύχοντας όσο γίνεται καλύτερα τον καπνό κι επιτρέποντας στο ξύλο να απορροφά καλύτερα την υγρασία που παράγεται στον θάλαμο καύσης. Αυτά παραθέτοντας σαν επιχείρημα, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι  οι straight grain πίπες έχουν μεγαλύτερη αντοχή στα θερμικά φορτία που δέχεται το θρέμα τους κατά το κάπνισμα. Θεωρητικά αυτό βασίζεται στον ομοιόμορφο ρυθμό αναπνοής (συστολής και διαστολής) των νερών του ξύλου, ακριβώς λόγω της ομοιόμορφης δομής τους, χωρίς μακροχρόνια να σχηματίζονται ρωγμές στην πίπα. Έτσι μία straight grain πίπα μπορεί να έχει μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής σε σχέση με κάποια άλλη. Βέβαια πρόκειται για έναν απλό ισχυρισμό, κι όχι για κάποιον γενικό κανόνα ή την εξαίρεση κάποιου άλλου. Το ζήτημα της αναπνοής και γενικά της απαγωγής θερμότητας, προέκυψε καθώς το ρείκι ειναι πολύ πιο αποδοτικό σε σχέση με άλλα είδη ξυλείας, ενώ είτε πρόκειται για βαμμένες είτε άβαφτες πίπες, παρατηρείται ότι η επιφάνειά τους σκουραίνει με το χρόνο. Αυτό έκανε κάποια μερίδα ανθρώπων να πιστεύουν ότι τα παράγωγα της καύσης και τα έλαια του καπνού, σταδιακά διαπερνούν τα τοιχώματα της πίπας όταν καπνίζει, με αποτέλεσμα να επικάθονται μόνιμα στην επιφάνειά της και να την σκουραίνουν. Η αλήθεια είναι ότι η πίπα σκουραίνει λόγω της θερμότητας που οξειδώνει την επιφάνειάς της, καθώς κι από τον καπνό που υπάρχει στον γύρω χώρο. Παρατήρησε τους τοίχους στο σαλόνι σου. Αν κάποτε ήταν λευκοί, πιθανότατα το χόμπυ σου να επηρέασε το χρώμα τους.

Το ρείκι είναι πορώδες υλικό, αλλά όχι σε βαθμό που απορροφητικότητά του να είναι παρατηρήσιμη. Πάντως, το σενάριο που θέλει την διάταξη των νερών να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό αυτό το θεωρητικό χαρακτηστικό, ίσως είναι πολύ αισιόδοξο για να επηρεάσει την επιλεκτικότητα των κατασκευαστών. Επιπλέον, οι περισσότεροι κατασκευαστές σήμερα επικαλύπτουν τα εσωτερικά τοιχώματα της πίπας με διάφορα υλικά, προκειμένου να διευκολυνθεί η δημιουργία προκάρβουνου, για προστασία από υπερθέρμανση.

Οπότε αν το θέμα της διάταξης των νερών, είναι απλά θέμα εμφάνισης για κάποιους παλιούς σκεπτικιστές που αμφιβάλλουν για την ικανότητα της ερείκης να αναπνέει καλύτερα, όταν έχει πιο ομοιόμορφη και στρωτή ροή νερών χωρίς στροβιλισμούς, εύλογα γεννά στοιχεία ματαιοδοξίας κι αμφιβολίας, σε σχέση με την επένδυση που προτίθεται να κάνει κάποιος για μία straight grain pipe. Αν λοιπόν δεν είναι τα νερά που επηρεάζουν το κάπνισμα σε τέτοιο βαθμό, τότε μπορεί να οφείλεται στην επίγνωση κι αναγνωρισιμοτητα των νερών μιας πίπας. O ανθρώπινος εγκέφαλος παρουσιάζει μεγάλο φάσμα επίδρασης στον τρόπο του να ερμηνεύει αισθητικά μία εικόνα ή μία πληροφορία. Αν κάποιος μας πει ότι μία φιάλη κρασί κόστους 10 ευρώ, αξίζει πραγματικά για 300 ευρώ, τότε τείνουμε να απολαμβάνουμε κάθε γουλιά περισσότερο. Κατά κάποιο τρόπο θέλουμε ο κόσμος μας να αποκτήσει νόημα και ουσία μέσα από κάτι ξεχωριστό, οπότε εν καιρώ ερευνούμε πιο εύστοχα και προσεγμένα για λεπτομέρειες, που μπορούν να κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ακριβό κρασί κι ένα της σειράς. Η κατάσταση δεν έχει μεγάλη διαφορά κατά την επιλογή μιας καπνοσύρριγας. Αν κάποιος καπνίσει μία πίπα των 2000 ευρώ, θα έχει την απαίτηση να καπνίζει καλύτερα σε σχέση με μία φθηνότερη, και το πιο πιθανό είναι πως έτσι θα γίνει. Καταλήγουμε στην παλιά συζήτηση για το αν ένα Rollex λέει καλύτερα την ώρα σε σχέση με ένα Timex. Φυσικα δεν ισχύει κάτι τέτοιο ως μέτρο σύγκρισης: οι περισσότεροι θα προτιμήσουν ένα Timex. Οπότε ναι, τα ίσια ακριβά νερά και σπάνια μοτίβα κυρίως θρέφουν τα τέρατα της ματαιοδοξία σου.


Πηγή:

  • The pipe - A functional work of art
  • Καπνοσύριγγες από ρίζα ερείκης (Αβραμόπουλος Αναστάσιος, Γαβριήλ Δανάη)
  • Διαδίκτυο.






    


2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια Πέτρο για το άρθρο! Οι πληροφορίες πάμπολλες και η γραφή σου εξαιρετική! Το διαβάζω σιγά-σιγά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστώ Γρηγόρη! Καλά κάπνισματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή