Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Περί στρωσίματος και συντήρησης.

Ήρθε η ώρα για το πρώτο σου καινούριο αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέτα. Έρευνα τιμών, καταμέτρηση αναγκών, σε συμφωνία με τον πήλινο χοίρο που ετοιμάζεται να χάσει κάτι κιλά.. Κατόπιν, έρχεται η ώρα της παραγγελίας.
Η χαρά της προσμονής είναι μεγάλη, όμως η προσμονή να χαρείς το νέο απόκτημα ακόμα μεγαλύτερη. Καταφθάνει η ώρα που έχεις κλειδιά, άδεια και δίπλωμα στο χέρι, κι ετοιμάζεσαι μία λιόχαρη μέρα να ζεστάνεις τα μεταλλικά κυβικά που σε περιμένουν, με ένα γερό πάτημα στο δεξί πετάλι, ή ένα άμεσο γύρισμα της δεξιάς λαβής στο τιμόνι σου. Η μήπως όχι;
Αν ως επίδοξος ορειβάτης έχεις την θέληση να ανέβεις ένα βουνό, θες να χαθείς στα μονοπάτια του, να θαυμάσεις την ομορφιά του, να σε δελεάσει η μοναξιά της κορυφής του. Λαμβάνεις την απόφαση να ξεκινήσεις, οπλισμένος με γερή θέληση, έχοντας εις γνώση ότι το ήμιση του παντός έχει φτάσει στο τέλος του, και απλά ξεκινάς την ανάβαση για το άλλο μισό της εμπειρίας. Η μήπως όχι;
Όταν ο Albert Einstein δημοσίευσε για πρώτη φορά την ειδική θεωρία της σχετικότητας το 1905, ήταν απλός υπάλληλος σε ένα γραφείο ευρεσιτεχνιών στη Βέρνη της Ελβετίας. Αντιμετωπίζοντας οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες, ήπλιζε στην γόνιμη ανταπόκριση της επιστημονικής κοινότητας. Έχοντας ήδη τρεις προγενέστερες δημοδιεύσεις, περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ακουστούν οι ιδέες του, να τραβήξει ανάλογη προσοχή και να αναγνωριστεί ο καινοτόμος θεωρητικός τρόπος σκέψης του. Όλα αυτά, την εποχή που η πειραματική επαλήθευση των ιδεών του ήταν πρακτικά αδύνατη. Παρ' όλα αυτά είχε την επιτυχία στο τσεπάκι του. Η μήπως όχι;   

 Έχεις ήδη ψιλιαστεί ότι πρόκειται για καθαρά ρητορικά ερωτήματα. Ένας νέος κινητήρας, πρέπει να δουλέψει σε συγκεκριμένο εύρος στροφών μέχρι να στρώσει, ενώ η απόδοσή του εξαρτάται κι από την μετέπειτα σωστή συντήρησή του. Ένας ορειβάτης, πρέπει πρώτα να προσαρμόσει το σώμα του κατάλληλα στην δυσκολία και το υψόμετρο της κάθε ανάβασης προκειμένου να τα καταφέρει στην κορυφή, ενώ η σωστή προπόνηση τον κρατά δυνατό κι έτοιμο για την επόμενη μάχη. Μία ιδέα χρειάζεται γόνιμο έδαφος για να καλλιεργηθεί και να δώσει καρπό, να εξελιχθεί σε κάτι εφαρμόσιμο για την ανθρωπότητα. Ο κάθε επιστήμονας παλεύει χρόνια να αναπτυχθεί, με αργά και σταθερά βήματα, σε συμφωνία με πειραματικά αποτελέσματα, όσο εξωτική κι αν είναι η αρχική του ιδέα. 
Κάθε τι νέο, είτε έχει υλική, σωματική ή πνευματική υπόσταση, απαιτεί τον ανάλογο χρόνο και τρόπο προσαρμογής του σε σχέση με αυτό που προσδοκούμε να πετύχουμε.
Μια νέα καπνοσύριγγα στη συλλογή ενός καπνιστή δεν αποτελεί εξαίρεση. Χρειάζεται ανάλογο χειρισμό στα πρώτα της χιλιόμετρα, το κοινώς λεγόμενο ''στρώσιμο'', ή το χτίσμο του cake στο εσωτερικό των τοιχωμάτων της. Υπάρχουν πολλές σχετικές απόψεις και μέθοδοι στρωσίματος, κι εδώ θα προσπαθήσω να φέρω στην επιφάνεια τις επικρατέστερες, έχοντας ως κριτήριο τον βαθμό της σημερινής τους εφαρμογής, την ευγευσία του καπνίσματος και την μακροζωία της πίπας.
Σχεδόν όλα τα είδη ξυλείας είναι από την φύση τους εμπλουτισμένα με ταννίνες, χημικές ενώσεις που απαρτίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα του φυτού, ή αλλιώς το φυσικό του εντομοκτόνο. Έτσι και η ερείκη, από την διαδικασία κοπής της μέχρι την αποθήκη διανομής, περνά μιά διαδικασία βρασμού μέχρι τα αποβάλλει τις ταννίνες και τα πικρά υγρά της. Όταν κατά την φυσική διαδικασία της αποξήρανσης, φτάσει η υγρασία σε ένα εύρος 10-15% (ιδανικα στο 12%), είναι έτοιμη για τα χέρια και τα εργαλεία του κάθε κατασκευαστή. Ο λόγος; όσο σωστά κι αν στρώσουμε την πίπα μας, το κάπνισμα θα είναι πικρό, ενώ το προσδόκιμο ζωής της εξαιρετικά μικρό, ειδικά αν πρόκειται να εκτεθεί σε νευρικό κάπνισμα. Εν ολίγοις, επιθυμούμε ένα υλικό χημικά νεκρό, αλλά θερμοδυναμικά ζωντανό.

 Επιλέγοντας ένα απάγγιο σημείο, προετοιμαζόμαστε για το πρώτο άναμα, έχοντας δίπλα μας όλα τα κατάλληλα καπνοσυριγγοτσουμπλέκια: πατητήρι, σχοινοκαθαριστές, αναπτήρας ή σπίρτα, και φυσικά καπνός. Ο στόχος μας, είναι να δημιουργήσουμε σταδιακά στα εσωτερικά τοιχώματα της πίπας, μία λεπτή στρώση από κάρβουνο μέχρι ένα περίπου χιλιοστό, που σκοπό έχει να την προστατέψει από τα έντονα θερμικά φορτία που αναπτύσσονται κατά την καύση του καπνού. 

  • Μέθοδος των ''τεσσάρων''.
Όχι, δεν πρόκειται για πρόβλημα μαθηματικών. Ξεκινώντας να καπνίσουμε την πίπα μας για πρώτη φορά, βάζουμε καπνό στο εσωτερικό της μέχρι το ένα τέταρτο. Ανάβουμε και καπνίζουμε, φροντίζοντας με το πατητήρι να πιέσουμε τον καπνό τόσο, ώστε να τραβάμε άνετα τον αέρα μέσα από το επιστόμιο. Καπνίζοντας αργά και σταθερά, αποτελεί υιοθετημένο κανόνα από την πλειοψηφία των καπνιστών πίπας, έχοντας ως σκοπό να μην υπερθερμανθεί το μπολ. Αφού ολοκληρώσουμε το κάπνισμα, ξεκινάμε το καθάρισμα και την συντήρηση της πίπας. Πριν αφαιρέσουμε το επιστόμιο, περιμένουμε ένα χρονικό διάστημα 10'-15', δηλαδή όσο χρόνο χρειάζεται η ερείκη να αποφορτιστεί θερμικά. Διαφορετικά πιθανολογείται να προκαλέσουμε ράγισμα ή και ρήξη στο σημείο της ένωσης του αεραγωγού με το επιστόμιο. Μπορούμε έπειτα να χρησιμοποιήσουμε έναν σχοινοκαθαριστή για να καθαρίσουμε τόσο το επιστόμιο, όσο και τα τοιχώματα της πίπας από τα υπολείμματα της καύσης. Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία μετά από 60'-120'. Θα ήταν σωστό να μην επαναλαμβάνεται η όλη διαδικασία πάνω απο 2-3 φορές σε μία μέρα. Μετά από συνολικά 4-7 καπνίσματα, (ή ανάλογα με την υπομονή που έχει ο καθένας) μπορούμε να επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία βάζοντας καπνό κατά το ένα δεύτερο. Επαναλαμβάνουμε σταδιακά μέχρι τα τρία τέταρτα, κι έπειτα στα τέσσερα τέταρτα. Στο τέλος κάθε καπνίσματος θα παρατηρήσετε ότι στο κατω μέρος του θαλάμου καύσης, συσσωρεύονται υγρά. Απόλυτα φυσικό φαινόμενο που οφείλεται στην καύση του αρχικά υγρού καπνού. Έτσι, φροντίζουμε κατά διαστήματα να αφήνουμε την πίπα μας μία έως τρεις μέρες χωρίς κάπνισμα. Όπως προαναφέρθηκε, η ερείκη είναι θερμοδυναμικά ζωντανό υλικό, άρα απαιτείται ένα χρονικό διάστημα μέχρι να αποβάλλει ότι υγρασία έχει εμπλουτίσει τις ίνες της, και έτσι να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση. Μετά από έναν σχετικά μεγάλο αριθμό καπνισμάτων και δύο περίπου υπομονετικών εβδομάδων, η πίπα μας θεωρείται πλέον στρωμένη κι έτοιμη να αποδόσει τα μέγιστα σε κάθε κάπνισμά της. Η μέθοδος των τεσσάρων, αρκετές φορές γίνεται και μέθοδος των τριών, ή μέθοδος των πέντε, ανάλογα με την υπομονή που έχει κάθε κάτοχος ενός νέου λατρεμένου αποκτήματος, ενώ για κάποιους η συνολική χρονική διάρκεια μπορεί να κρατήσει έως και ένα με δύο μήνες. 

  • Μέθοδος της ''μονάδας''.
 Γεμίζουμε την πίπα μας με καπνό μέχρι πάνω. Ανάβουμε, καπνίζουμε ραθύμως μέχρι το τέλος, χωρίς να υπερθερμαίνουμε τα τοιχώματα της ερείκης. Καθαρίζουμε την πίπα μας, και την αφήνουμε να ξεκουραστεί για 1-3 μέρες πριν το επόμενο κάπνισμα. 

  • Μέθοδος του ''γεμίζω, ανάβω, βγαίνω στον δρόμο και καπνίζω''.
Οκ, αστειεύομαι..


Μία μερίδα καπνιστών συνηθίζει να προετοιμάζει μια νέα πίπα πριν το πρώτο κάπνισμα, επικαλύπτοντας τα εσωτερικά τοιχώματά της με μία λεπτή στρώση μελιού, που επιταχύνει την ανάπτυξη του κάρβουνου. Άλλοι πάλι χρησιμοποιούν ένα μείγμα από μέλι και στάχτη. Περί ορέξεως.. Παλιότερα, φημολογείται ότι κάποιοι καπνιστές εμβάπτιζαν την πίπα τους σε αλκοολούχο ποτό της προτίμησής τους για 1-2 μέρες (π.χ. κονιάκ, ουίσκι κλπ.), με σκοπό να την αρωματίσουν μόνιμα. Χωρίς να το έχω δοκιμάσει, τηρώ πολλές επιφυλάξεις.. Για όσους καπνιστές δεν έχουν την υπομονή να στρώσουν μία πίπα, υπάρχουν δύο ενναλλακτικές:

  1. Προμηθευόμαστε μία μεταχειρισμένη πίπα, έχοντας φροντίσει να την καθαρίσουμε καλά πριν το πρώτο για μας κάπνισμα. Καλό θα ήταν να χρησιμοποιησουμε σχοινοκαθαριστές βρεγμένους με καθαρό οινόπνευμα για τον καθαρισμό της. Ούτε γνωρίζουμε τι σημεία και τέρατα πολέμησε πιο πριν, μήτε όμως χρειάζεται να την κάνουμε μπάνιο με χημικό πόλεμο.
  2. Προμηθευόμαστε μία πίπα με προκάρβουνο στα τοιχώματά της, οπότε η πίπα μας θεωρείται δυνητικά έτοιμη για άμεσο κάπνισμα. Προσοχή ίσως χρειάζεται κατά την αγορά μίας τέτοιας πίπας, αφού το προκάρβουνο καλύπτει ρωγμές, κοιλότητες ή όποιες δομικές ατέλεις ενδεχομένως να υπάρχουν στο εσωτερικό της, όπου δύσκολα γίνονται αντιληπτές δια γυμνού οφθαλμού.


Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους δύο πιθανούς τρόπους στρωσίματος, έχει μία και μόνο ομοιότητα: αργό και σταθερό κάπνισμα, ειδικά όταν αποφασίζουμε να καπνίσουμε την πίπα μας γεμάτη από το πρώτο κιόλας μπολ. Προσωπική μου εκτίμηση, η πρώτη μέθοδος θα ήταν ιδανική για έντονα αρωματικούς ή κακής ποιότητας αρωματικούς καπνούς (όπου δυστυχώς οι δεύτεροι κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά στο ελληνικό εμπόριο), αφού αναπτύσσουν μεγάλες θερμοκρασίες κατά την καύση τους. Η δεύτερη μέθοδος, προτέινεται άφοβα για ημιαρωματικούς ή μη αρωματικούς καπνούς. Αυτά σε ότι αφορά τις καπνοσύριγγες ερείκης.
Σε ότι αφορά τις πίπες καλαμποκιού, αποτελούν το ιδανικό ξεκίνημα για έναν αρχάριο στο κάπνισμα πίπας. Φθηνές, αναλώσιμες, έχοντας την ίδια σχεδόν γευστική απόδοση με τις πίπες ερείκης. Κατάλληλες για πειραματισμούς. Αα.. και κάτι άλλο.. Δεν χρειάζονται στρώσιμο! Θα τις βρείτε εύκολα στο κατάστημα Cassano. 
Σε ότι αφορά τις πίπες σηπιόλιθου (ένυδρο πυριτικό μαγνήσιο), ή κατά την διεθνή λαική ονομασία, meerschaum (αφρός θαλάσσης), νομίζω τα λέει όλα ο φίλος και συγκαπνιστής Αντώνης στο βίντεο πάνω αριστερά..



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου